Αναδημοσίευση από εδώ.

Αγαπητοί κύριοι δημοσιογράφοι,
Από εχθές συζητείται εντόνως και με θαυμασμό το άρθρο του Αλκίνοου για τη μάσκα που τραβιέται βίαια και για το αληθινό μας πρόσωπο που φανερώνεται (sic). Σωστά όλα όσα γράφει, μα λίγα, πολύ λίγα, επειδή λείπουμε εμείς απ’ την περιγραφή του. Λείπουμε εμείς που γεννηθήκαμε πρόσφυγες ή απλώς φτωχοί, που οι γονείς μας αξιώθηκαν να μας μεγαλώσουν με πατάτες τηγανητές, καλολαδιασμένα όσπρια και υφάλμυρη αξιοπρέπεια,  εμείς που σεβόμασταν και ακόμη σεβόμαστε τους δασκάλους μας γιατί μας δίδαξαν τα γράμματα που δεν διδάχτηκαν οι γονιοί μας λόγω φτώχειας, εμείς που σπουδάσαμε και αμέσως στρωθήκαμε στη δουλειά. Τώρα, η γενιά η δική μου έχει δικά της παιδιά και σας βεβαιώνω, Αλκίνοε και κύριοι, ότι ΔΕΝ τα γράφουμε σε ιδιωτικές σχολές, δεν τα τραβολογάμε κάθε απόγευμα σε ιδιαίτερα μαθήματα μπαλέτου, καράτε, ζωγραφικής, θεάτρου (Θου Κύριε, να μη μιλήσω για τους θεατρίνους διδασκάλους) αγγλικών, γαλλικών, αλαουρνέζικων και άλλων τόσων.

Προτιμούμε να παίζουμε μαζί τους χωστόν, να τα αφήνουμε να μας δείχνουν πώς ζωγραφίζεται ο ήλιος πάνω από τη θάλασσά μας, με τα πλεούμενα μέσα και τα πουλιά σε σχήμα αισιόδοξου ν από πάνω, να ζυμώνουμε μαζί τους κουλουράκια με σταφιδάκια και πορτοκάλι, όχι με κουβερτούρες και φρέσκιες κρέμες. Εμείς, που αντί να πληρώνουμε τις παιχνιδουπόλεις για να μας ανοίξουν τις πόρτες τους, βγαίνουμε στα πάρκα μας και αφήνουμε τα σπλάχνα μας να σκαρφαλώνουν πάνω στα δέντρα μας, να πέφτουν κάτω γδαρμένα και σκονισμένα και με ένα «να το κάμω μμα» να περνά ο πόνος, με ένα τίναγμα να φεύγει η σκόνη. Δεν είμαστε λίγοι. ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟΙ.

Γιατί δεν γράφει κανείς για μας; Εμείς δεν υποταχθήκαμε ποτέ στις ακατονόμαστες μάρκες των νεόπλουτων. Κι αν καμιά φορά από ματαιοδοξία δοκιμάσαμε τι θα πει να αγοράζεις «δερμάτινη τσάντα» και «σινιέ παπούτσια», πολύ γρήγορα τα αποβάλαμε γιατί ήταν πιο σημαντικό να πληρώσουμε τη δόση του στεγαστικού μας ή, ακόμη πιο σημαντικό, να πάμε τρεις μέρες με τα μωρά μας να αράξουμε πάνω στη ζεστή άμμο μας, να κλείσουμε τα μάτια μας και να ονειρευτούμε πως το αλάτι από τον κόλπο της Μόρφου ταξίδεψε στο Μακένζι και περνάει κόκκο-κόκκο κάτω απ’ το δέρμα μας. Ξέρουμε την αξία μας, μη νομίζετε. Γι’ αυτό και είμαστε ΑΤΡΟΜΗΤΟΙ. Αλλά άφεση δεν δίνουμε στους ενόχους.

Γιατί, Αλκίνοε, δεν θα μιλήσεις για τους «άλλους;» Πόσα πληρώνεται ο Σόιμπλε για να κυλάει στις συνεδριάσεις των ισχυρών κλιμακίων της Ε.Ε.; Πόσα πληρώνεται ο Ολλανδός για να λέει ότι η Κύπρος είναι ένα πείραμα; (H Γερμανίδα vanellus spinosus  προσφέρεται για έτι παραστατικότερα σχόλια, αλλά είναι, η γέρημη, sitting duck.) Ποιο είναι το καθήκον όλων αυτών, και πού ήταν τόσο καιρό που οι τράπεζές μας διογκώνονταν; Τώρα, όλως τυχαίως, «μυρίστηκαν» τη ζημιά; Μα το πιο επιτακτικό ερώτημα απ’ όλα, είναι πού βρίσκονταν οι δικοί μας ταγοί, όταν φασούλι το φασούλι γέμιζαν οι τσέπες των λίγων και ξεγελιούνταν οι αφελείς μικροαστοί ότι μπορούν να έχουν πισίνες, Φιλιππινέζες, ταξίδια στην αλλοδαπή κτλ. Όμως, όχι, όχι.

Εγώ ΔΕΝ θα μιλήσω γι’ αυτούς. Διότι μιλώντας γι’ αυτούς, δικαιολογώ τον Ian Bremmer, πρόεδρο του Eurasia Group, που βγήκε χθες βράδυ στο CNN αχτένιστος ωσάν ανεμοδαρμένο αμπελοπούλι και δήλωσε ότι ζούσαμε σε χρόνο δανεικό και τώρα πρέπει να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Συνόψισε δε τη διατριβή του με μία μικρή, όπως αρμόζει στο προφανές μέγεθός του, πρόταση: Cyprus is a non-issue. Πού είναι τα λαμπρά μυαλά των υπουργείων μας, να βγουν να του απαντήσουν; Δεν βλέπετε ότι ενόσω εσείς γράφετε για τους αππωμένους & τις αππωμένες που φιγουράρουν ανελλιπώς κάθε βδομάδα στα glossy ασήμαντα περιοδικά σας, νομιμοποιείτε το «τά’θελες και τά’ παθες;» Και, ειλικρινά, μικρό το κακό, αν ήταν μόνο αυτό: και να μας ρίξεις στον ίδιο λάκκο με τους παλαιόπλουτους και νεόπλουτους, πάλι θα ξεχωρίσουμε. (Εμείς θα ανακαλύπτουμε τα θαύματα του βυθού και αυτοί θα επιπλέουν από πάνω, ωσάν περιττώματα). Όμως, το πρόβλημα είναι άλλο. Ρίχνοντας την ευθύνη σ’ αυτούς, αθωώνεις τους πραγματικούς υπεύθυνους.

Πού είναι τώρα ο ευσυγκίνητος λεβέντης που υπέγραψε το κούρεμα του ελληνικού χρέους; Πού είναι ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας που «προσπάθησε μεν, αλλά δεν εισακούστηκε;» Απευθύνθηκε δηλαδή στους απανταχού παράγοντες και ήταν όλοι, μα όλοι κουφοί; Πού είναι τα υψηλόβαθμα στελέχη των τραπεζών μας με τα ασύλληπτα μπόνους και τις ανόητες, ανόητες, ανόητες αποφάσεις; Δεν φοβάμαι τον Γερμανό που κλαίγεται ότι χάνει τα σαββατοκύριακά του στις Βρυξέλλες, ούτε τον Ολλανδό που δεν προετοίμασε σωστά το κούρεμα (sic, πάλι) και έφαγε στη μάπα το (τόσο βραχυπρόθεσμο, αλήθεια) Όχι. Φοβάμαι μόνο την ατιμωρησία των δικών μας, εκείνων που πρόδωσαν αυτόν τον τόπο και έχουν ακόμη το θράσος να κυκλοφορούν ανάμεσά μας με λεκιασμένα μέτωπα. Αυτούς φοβάμαι, και τους ροδομάγουλους απογόνους τους, που προαλείφονται (βγαίνουν ήδη στα θλιβερά παράθυρα) να διαδεχθούν τους πρώτους διδάξαντες. Αυτούς πρέπει να μαζέψουμε, Αλκίνοε και κύριοι, και να τους εξορίσουμε διά παντός στα γερμανικά όρη, θαμμένους κάτω από τόνους λευκού χιονιού, πέρκιμον τζιαι εξαγνιστούν, πέρκιμον τζιαι δει δροσιάν τζιαι ποσπασιάν ο τόπος μας.